Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2017

11 Ιανουαρίου 1944, Ώρα 12.00


«Απότομα πετάχτηκα από τις θλιβερές μου σκέψεις. Τι ανατριχιαστικό ουρλιαχτό ήταν αυτό; Σειρήνες! Θεέ μου, σειρήνες! Τι συνέβαινε πάλι, άραγε; Αλλόφρονα πλήθη διέτρεχαν τους δρόμους ουρλιάζοντας. Ο ένας έπεφτε πάνω στον άλλον στην προσπάθειά τους να βρουν ένα ασφαλές μέρος να προστατευτούν.

Ήταν όμως πολύ αργά. Ο βόμβος έφτανε ολοένα κι εντονότερα στ’ αυτιά μας. Πάνω από τα κεφάλια μας βρίσκονταν κιόλας τα βομβαρδιστικά των Συμμάχων. Πού να πάει τόσος κόσμος; Τέτοια ώρα οι δρόμοι του Πειραιά ήταν κατάμεστοι από κίνηση. Βρισκόμουν κάπου στα μισά του δρόμου για το ορφανοτροφείο. Πού ακριβώς δεν μπορώ να θυμηθώ. Άρχισα κι εγώ να τρέχω με τον κόσμο, μην ξέροντας για πού. Ήμασταν όλοι ακάλυπτοι στο έλεος του θανάτου.

Οι βόμβες έπεφταν γύρω σαν βροχή. Δεν ήξερες από πού θα σου ‘ρθει. Άνθρωποι έπεφταν καταμεσής στο δρόμο, άλλοι πληγωμένοι, άλλοι νεκροί, ενώ άλλοι σκόνταφταν κι έπεφταν από πάνω τους. Τι πανικός ήταν εκείνος, Θεέ μου! Τι μαζική υστερία! Τρέχαμε, τρέχαμε και πουθενά δε φτάναμε. Κι οι βόμβες να πέφτουν, να πέφτουν ασταμάτητα, σφυρίζοντας πάνω από τα κεφάλια μας και να σκάνε δίπλα μας, πίσω μας, μπροστά μας.

Κάπου να κρυφτούμε, για το Θεό! Κάπου να βάλουμε το κεφάλι μας! Κι οι βόμβες να σφυρίζουν, να σφυρίζουν… Κι εμείς να τρέχουμε, να τρέχουμε… Άντρες, γυναίκες, παιδάκια μικρά, ανήμποροι γέροι να σωριάζονται στους δρόμους, τα πεζοδρόμια. Άλλοι έστριβαν στα στενά, άλλοι γονάτιζαν σε μιαν άκρη και κάλυπταν το κεφάλι με τα χέρια ή ό,τι άλλο τύχαινε να κρατούν, άλλοι χώνονταν σε κάποια είσοδο κτιρίου, άλλοι κάτω από τα περβάζια των παραθύρων. Ουρλιαχτά, εκρήξεις, ποδοβολητά, σκόνη, καπνός, σκυλιά που γάβγιζαν, φωτιές.

«Ε, πάει, αυτό είναι το τέλος μου», αναλογίστηκα κι αστραπιαία πέρασαν από μπροστά μου οι μορφές των παιδιών μου.

Καθώς έτρεχα, είδα ένα τεράστιο άσπρο σύννεφο να καλύπτει τον πειραϊκό ουρανό και μετά κάτι άσπρα σαν νιφάδες χιονιού να αιωρούνται νωχελικά στον αέρα. Βόμβα είχε πέσει σε κάποιο εργοστάσιο επεξεργασίας βάμβακος, του Κωστόπουλου νομίζω, έσπασαν οι αποθήκες κι όλο το βαμβάκι εκσφενδονίστηκε στον αέρα.

… Βλέπω μπροστά μου ένα μπαλκονάκι μικρό, κάνω το σταυρό μου και χώνομαι από κάτω. Ξαπλώνω μπρούμυτα κρατώντας την αναπνοή μου. Δεν είχαν περάσει λίγα δευτερόλεπτα και δίπλα μου ορμάει αλαφιασμένο ένα αγοράκι οκτώ – εννιά χρονών με το κασελάκι του. Κάθεται μαζεμένο, κουρνιάζει κοντανασαίνοντας και κρατώντας αγκαλιά το θησαυρό του, τα μοναδικά του υπάρχοντα προφανώς: ένα κασελάκι παστέλια, που μαζί του γύριζε στους δρόμους και τις γειτονιές, με βροχή, με χιόνι, με παγωνιά, για να βγάλει το ψωμί του.

«Πέσε μπρούμυτα», ουρλιάζω, αλλά μάλλον δεν πρόλαβε ν’ ακούσει τίποτα, αφού ένας φρικτός θόρυβος που κάλυψε τα πάντα μ’ έκανε να ταρακουνηθώ από τη θέση μου. Ελάχιστα μέτρα παρά πέρα είχε σκάσει βόμβα. Κλείνω τα μάτια, δεν αντέχω να βλέπω. Ό,τι είναι να γίνει, ας γίνει! Ακούω τζάμια να σπάνε, τούβλα, πέτρες να πέφτουν, φωνές. Θόρυβοι απροσδιόριστοι, εκκωφαντικοί, ανάκατοι με κραυγές και καπνούς.

Κάποια στιγμή ο Θεός μας λυπήθηκε. Ο βομβαρδισμός σταμάτησε.

Δεν ξέρω πόσες μέρες, πόσα χρόνια ή πόσους αιώνες ήμουν χωμένη εκεί από κάτω. Δεν ήμουν βέβαιη αν ήμουν ζωντανή ή νεκρή. Όταν άνοιξα τα μάτια, το μόνο που αντίκρισα ήταν χαλάσματα και σκόνη, πολλή σκόνη από τα σπίτια που κατέρρεαν. Κάνω να γυρίσω πίσω μου και τι να δω! Ο μικρός συγκάτοικός μου στο υποτυπώδες εκείνο καταφύγιο, ήταν ξαπλωμένος ανάσκελα, με τα μάτια ορθάνοιχτα και το κασελάκι πάνω στο στήθος του. 
Τα παστέλια είχαν σκορπίσει ολόγυρα, καθώς και λίγα κέρματα, οι εισπράξεις της ημέρας. Ένα μεγάλο καδρόνι είχε πέσει από το μπαλκόνι και, χτυπώντας το παιδάκι κατακέφαλα, το είχε αφήσει αναίσθητο. Μέσα στους παγερούς δρόμους, κάτω από ένα μπαλκόνι, τελείωσε η σύντομη ζωή του, μέσα στον ορυμαγδό του πολέμου, δίπλα σε μια άγνωστη γυναίκα, κρατώντας τον αχώριστο σύντροφό του, το κασελάκι. Ίσως να τον έλεγαν Κώστα, Γιώργο, Γιάννη ή Ανδρέα. 
Ίσως τυχαία να περνούσε από κείνη τη γειτονιά. Ίσως αν βρισκόμουν εγώ στη θέση του, να ήμουν εγώ νεκρή. Ίσως τον περίμενε ολόκληρη η οικογένεια να γυρίσει σπίτι με τις εισπράξεις του. Ίσως πάλι, να ήταν ολομόναχος στον κόσμο, πεντάρφανος και άστεγος και κανείς να μην κλάψει για το χαμό του. Του έκλεισα τα θλιμμένα μάτια…».

Από το βιβλίο «Μετά την Καταστροφή, Σμύρνη – Κατοχή», Χριστιάννα Λούπα, Εκδόσεις Ιωλκός 2003

πηγη:palmografos.com

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου