Πέμπτη, 16 Μαρτίου 2017

Το μαύρο κοτόπουλο


Είναι πολύ πιθανό να μη γνωρίζεις καν για την ύπαρξή του! Τα μαύρα κοτόπουλα είναι όμως ένα πραγματικό είδος οικόσιτων ζώων, το οποίο ευδοκιμεί κυρίως στις χώρες της Ανατολής όπως η Κίνα και η Ιαπωνία.

Στα κινέζικα το μαύρο κοτόπουλο λέγεται «wu gu ji» ή «κοτόπουλο με μαύρα κόκκαλα» και η χρήση του για ιατρικούς σκοπούς είναι γνωστή ήδη από 17ο και 18ο αιώνα. Οι Κινέζες καταναλώνουν μαύρο κοτόπουλο μετά από γέννα για να αποκτήσουν τη χαμένη τους ενέργεια, ενώ θεωρείται ότι κάνει καλό στο αίμα, τα πνευμόνια και το στομάχι.


Είναι αντίστοιχα με τα λευκά κοτόπουλα, που γνωρίζουμε και καταναλώνουμε στη χώρα μας, έχουν όμως σημαντικές διαφορές τόσο εμφανισιακά όσο -καθώς φαίνεται- και διατροφικά.

Το είδος τους ονομάζεται Silkie, λόγω του πολύ απαλού τους-σαν μετάξι-τριχώματος. Ωστόσο, το χαρακτηριστικό που τα κάνει μοναδικά παγκοσμίως, είναι το γεγονός ότι το μαύρο χρώμα τους δεν περιορίζεται μόνο στο δέρμα και στα πούπουλα αλλά και σε όλα τα εσωτερικά όργανα, το κρέας, το ράμφος και τα οστά! Αυτό το πολύ σπάνιο είδος έχει κινήσει το ενδιαφέρον πολλών επιστημονικών μελετών ως προς τους γενετικούς μηχανισμούς που οδηγούν σε αυτούς τους φαινότυπους.

Από αυτές τις μελέτες έχει φανεί μέχρι σήμερα, ότι αυτός ο χρωματισμός οφείλεται κυρίως σε μια πολύπλοκη μοριακή διαδικασία, η οποία οδηγεί στην πρωτεϊνική υπερέκφραση του γονιδίου Ενδοθηλίνη 3, το οποίο προωθεί την αύξηση των χρωστικών κυττάρων που εκκρίνουν μελανίνη και είναι υπεύθυνα για το χρώμα στο σώμα και τους διάφορους ιστούς. Αυτή η γενετική κατάσταση ονομάζεται Ινομελάνωση (Fibromelanosis) και θεωρείται μετάλλαξη.


Η θρεπτική του αξία είναι περίπου ίδια με του λευκού κοτόπουλου. Το κρέας του παρέχει την ίδια ποσότητα πρωτεϊνών και απαραίτητων αμινοξέων, ωστόσο είναι χαμηλότερο σε λίπος. 

Πολύς κόσμος, ιδιαίτερα στις Ανατολικές χώρες, από όπου προέρχεται, έχουν συνδέσει την κατανάλωσή του με θεραπευτικές και ιδιαίτερα θρεπτικές ιδιότητες, ωστόσο τίποτα από αυτά δεν επαληθεύεται επιστημονικά. 
Υπάρχουν όμως στοιχεία που το αναδεικνύουν σε μία από τις καλύτερες πηγές καρνοσίνης, ενός πολύτιμου διπεπτιδίου που αποτελείται από τα αμινοξέα β-αλανίνη και ιστιδίνη. 
Η καρνοσίνη προάγει την ανάπλαση και την ανάπτυξη των μυών, ιδιαίτερα σε άτομα που γυμνάζονται, έχει αντιοξειδωτικές ιδιότητες, όπως η μείωση των ελεύθερων ριζών και η προστασία των κυτταρικών μεμβρανών.

Λόγω της σπανιότητάς του είναι πολύ ακριβό και δυσεύρετο. Στις Ανατολικές χώρες ωστόσο, χρησιμοποιείται σε αρκετές συνταγές και σε πολλά εστιατόρια.


Bικτωρία Κονά, Διαιτολόγος-Διατροφολόγος, MSc
πηγη:govastileto.gr /mednutrition.gr/agronews.gr





0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου