Τετάρτη, 8 Νοεμβρίου 2017

Διήγημα: «Το μυστικό»


Σ’ έβαζα απέναντί μου και σου μιλούσα. Ξυπνούσα το πρωί κι ήσουν εσύ δίπλα μου. Βιαζόμουν να πλυθώ, να ντυθώ, να φάω το πρωινό μου κι ύστερα με σένα σφιχτά αγκαλιά, τρέχαμε βιαστικές να παίξουμε στο δρόμο, στον κήπο, στην παράγκα με τα εργαλεία, στην αποθήκη.

Πάντα ήθελα να σου χαρίσω όλα τα χαμόγελά μου κι ήθελα να μ’ αγαπάς, να μου το δείχνεις πως μ’ αγαπάς, αυτό ήθελα. Σ’ άρπαζα αγκαλιά, σε γέμιζα φιλιά και περίμενα… Περίμενα ένα σημάδι, περίμενα μια κίνηση, έναν ήχο από σένα, να απλώσεις το χέρι και να μ’ αγγίξεις, να μ’ αγκαλιάσεις σφιχτά. Όμως εσύ τίποτα. Κι όμως, περίμενα… Και σε κοίταζα. Σιγά σιγά, έχανα την υπομονή μου. Γιατί δεν ανταποκρινόσουν; γιατί δεν μου έδινες φιλιά, δεν μ’ αγκάλιαζες;

Τότε ξέσπαγα, έβγαζα τα ρούχα σου και τα ξέσκιζα, ξεκολλούσα τα χέρια σου, τα πόδια σου. Κρατούσα το κεφάλι σου χωρίς σώμα κι εσύ με κοίταζες και χαμογελούσες παγωμένα. Θύμωνα, άρπαζα ένα ξύλο κι έσπαγα το κεφάλι σου στα δυο, έβγαζα τα μάτια σου και τα πετούσα, σε ποδοπατούσα ασταμάτητα και μετά, αισθανόμουν μεγάλη θλίψη που σ’ έβλεπα διαμελισμένη για άλλη μια φορά.

Έπρεπε κάτι να σκεφτώ για να σ’ αποκτήσω πάλι. Δεν είχα, όμως, δικά μου χρήματα. Προσπάθησα να σε ξαναχτίσω. Ακούμπησα στο πάτωμα το σώμα σου ανάσκελα κι άρπαξα τα χέρια σου προσπαθώντας να τα βάλλω στην θέση τους, μετά τα πόδια, το κεφάλι, αλλά δεν τα κατάφερνα, έπεφταν. Κι εκείνο που μου έλειπε περισσότερο, ήταν τα μάτια σου. Ήθελα να με κοιτάζεις. Μ’ ανυπομονησία σύρθηκα στο πάτωμα. Κοίταξα κάτω από το παλιό τραπέζι, σήκωσα κάτι μπόγους, τίποτα, δεν τα βρήκα. 
Τότε, σκέφτηκα να δανειστώ ένα άλλο μάτι σου από άλλο κεφάλι σου πίσω απ’ το μπαούλο. Έγειρα κι έπιασα ένα. Δεν είχε μάτια ούτε αυτό. Αποφάσισα να σε κρύψω και σένα. Εκεί σε έκρυβα κάθε φορά. Σε πετούσα από πίσω απ’ το μπαούλο κι έκλεινα τα μάτια για να μην δω τον σωρό από τα βγαλμένα πόδια και χέρια σου που έφθανε μέχρι επάνω.

Ο κουμπαράς! Ο μπαμπάς μου, μου πήρε δώρο πασχαλιάτικο έναν κουμπαρά κόκκινο. Απ’ αυτούς τους σιδερένιους με το κλειδάκι από κάτω, που μοιάζουν με κουτί. Το κλειδί όμως, το είχε η τράπεζα, όπως μου είπε. Πολύ συχνά μ’ έριχνε κέρματα μέσα, ενώ κάποιες φορές χάρτινα λεφτά. Έβγαλα απ’ την ντουλάπα τον κουμπαρά. Τον πήρα στα χέρια μου κι έσπαγα το κεφάλι με πιο τρόπο θα τον ανοίξω. 
Τότε, μου ήρθε μια ιδέα. Τρέχοντας, βγήκα απ’ την αποθήκη με κατεύθυνση το σπίτι της γιαγιάς μου κι εκεί κατρακύλησα τις σκάλες στο υπόγειο, όπου ο παππούς φύλαγε τα ξύλα για τη σόμπα. 
Υπήρχε ένα μεγάλο κούτσουρο που το χρησιμοποιούσε για να κόβει τα προσανάμματα και πάνω του καρφωμένο βρισκόταν το τσεκούρι. 
Έβαλα το μεταλλικό κόκκινο κουτί πάνω στο κούτσουρο κι έπιασα το τσεκούρι. Το σήκωσα με δυσκολία και το κατέβασα με όση δύναμη είχα, πάνω στον κουμπαρά μια, δυο, τρις, τέσσερις, πέντε φορές τσιρίζοντας. Το σιδερένιο κουτί έγινε στρογγυλό, αλλά δεν άνοιξε.

Στο μεταξύ η γιαγιά μου, άκουσε τα χτυπήματα στο υπόγειο και παραξενεύτηκε, γιατί ο παππούς έλειπε στη δουλειά εκείνη την ώρα. Κι έτσι ξαφνικά, παρουσιάστηκε μπροστά μου. Ο κουμπαράς τσαλακωμένος, ήταν πάνω στο κούτσουρο. Έβαλε τα χέρια της στο πρόσωπο. 
Άρχισε να φωνάζει: «Έχεις τρελαθεί παιδάκι μου, θα μπορούσες να κόψεις τα πόδια σου. Το τσεκούρι είναι πιο μεγάλο από σένα. Πόσες φορές θα σου το πούμε κι εγώ κι ο παππούς, να μην αγγίζεις το τσεκούρι και να μην μπαίνεις στο υπόγειο; Θα μας σκοτώσει ο μπαμπάς σου που δεν σε πρόσεχα. Είσαι μεγάλος μπελάς το ξέρεις; Άμα σου μπει κάτι στο μυαλό, δεν λογαριάζεις τίποτα, δεν μπορώ να σε καταλάβω». Με κοίταζε σα να μην με γνώριζε. 
Εγώ, το βιολί μου, την τράβηξα απ’ το φουστάνι ανυπόμονα και την παρακάλεσα κλαψιάρικα: Θέλω λεφτά, να πάρω μια καινούργια. Εκείνη με κοίταζε αυστηρά. Εγώ μούγκα. Με πήρε αγκαλιά και ρώτησε: «Έλα πες μου τώρα, γιατί καταστρέφεις την κούκλα σου και μετά τρέχεις θέλοντας άλλη; Το μπαούλο στην αποθήκη γέμισε, από πίσω, από τις χαλασμένες κούκλες σου». Δεν μπορούσα να της το πω. Ήταν το μυστικό μου! Πώς να της πω ότι θύμωνα με σένα και σ’ έσπαζα.

Κατέβηκα απ’ την αγκαλιά της και κάθισα απέναντί της αμίλητη, σκουπίζοντας τα δάκρυά μου με το φουστάνι. Η γιαγιά μού είπε γλυκά: « Εντάξει μην κλαις, δεν μπορώ να σε βλέπω, όταν μάλιστα δεν καταλαβαίνω τον λόγο. Θα πάω στην αγορά να σου πάρω μια άλλη κούκλα, αλλά υποσχέσου ότι δεν θα την ξανασπάσεις».

Εγώ το υποσχέθηκα απ’ έξω μου, με δυνατή φωνή, αλλά από μέσα μου, δεν ήμουν καθόλου σίγουρη».


«Μεγάλωσα! Τα χρόνια τρέχουνε κι εγώ εξακολουθώ να σε ψάχνω, όμως, όχι μέσα σε μια κούκλα πλέον. Σε ψάχνω έτσι όπως σε ονειρευόμουν τότε, έτσι όπως σε ονειρεύομαι σήμερα, αλλά, νομίζω δεν θα σε βρω ποτέ, γιατί ίσως δεν υπάρχεις. Έχω την καλή διάθεση, είμαι έτοιμη να στα δώσω όλα, να ανοίξω διάπλατα την καρδιά μου, να ξεστομίσω και να σου εμπιστευτώ όλα αυτά που με βαραίνουν, όλα αυτά που με χαροποιούν, που είναι συσσωρεμένα και κατακλύζουν την ψυχή μου, χωρίς περιστροφές, χωρίς μισόλογα κι είμαι ακόμη έτοιμη να σε ακούσω. 
Να μοιραστώ τις χαρές σου, τα ψυχικά σου βάρη, να αφουγκραστώ όλα τα ζητήματα τα δικά σου με περισσή προσοχή, να αγκαλιάσω όλα τα λεγόμενά σου με συμπάθεια, με συναίσθηση της σοβαρότητας των καταστάσεων, αποφασισμένη να σε ξαλαφρώσω.

»Είσαι άπιαστο όνειρο, έγινες η έμμονη ιδέα μου, μια φίλη λιτή, ανιδιοτελής, αλληλέγγυα, συνεορτάσιμη, καλότροπη, πρόθυμη, βαθιά σκεπτόμενη χωρίς μικροπρέπειες, χωρίς απόκρυφα, χωρίς εικονικά και επιφανειακά συναισθήματα, χωρίς μικροσυμφέροντα, εγωισμούς, αλλά ευθύς, φιλαλήθης, ζηλωτής και όχι ζηλότυπος, μια φίλη με καθαρή ψυχή.

»Ζητάω πολλά το ξέρω, αλλά ας σ’ έβρισκα και ας είχες έστω κάποια απ’ αυτά τα ιδανικά, ας σε έβρισκα και ας έβλεπα κατάματα τον εαυτό μου, ας έβλεπα τι απ’ όλα είμαι κι εγώ. Είμαι άξια να σ’ αντικρίζω; Είμαι άξια να σ’ έχω, να σ’ αναζητώ; Εάν σε βρω, δεν θα προσπαθήσω να σε κατακτήσω στα τυφλά, αλλά θα φροντίσω να καταλάβω γιατί είσαι αυτό που είσαι, γιατί σου αρέσουν αυτά και όχι εκείνα, με τι χαίρεσαι και με τι λυπάσαι, τι επιθυμείς, τι απεχθάνεσαι, τι ονειρεύεσαι; Θέλω να ανοίξουμε και να μπούμε η μια μέσα στην ψυχή της άλλης, να ανακαλύψουμε η μια την άλλη ξέσκεπες, ανόθευτες, ευανάγνωστες, χωρίς ασπίδες και δόρατα.


»Νομίζω, όμως, ότι δεν υφίστασαι όπως σε ονειρεύομαι, δεν μπορείς να υπάρχεις, δεν σ’ αφήνουν τα πολλαπλά ζητήματα με τις δυσχέρειές τους, η νοοτροπία που σε εγχείρησαν στα παιδικά σου χρόνια και σε γέμισαν με φοβίες, με ανασφάλειες, με αμφιβολίες, με καχυποψίες. Ακριβώς έτσι είμαι κι εγώ, με όλα αυτά τα αρνητικά και ίσως γι’ αυτό δεν σε βρίσκω, δεν θέλω μάλλον να σε βρω, γιατί φοβάμαι εάν θα σου αξίζω. Αυτή η αμφιβολία με τρομάζει. 
Αλλά γιατί πρέπει να είναι όλα ισάξια; Πώς μετριέται η αξία του καθενός μας; Από την αλήθεια των πράξεών του και του λόγου του; Πώς μπορούμε να είμαστε σίγουροι; Η αλήθεια είναι για μένα αυτό που εγώ πιστεύω, άρα εσύ, θα έχεις μια άλλη αλήθεια που εσύ πιστεύεις. Πια είναι λοιπόν η σωστή αλήθεια και ποιος την κατέχει; 
Απ’ την άλλη, ότι μας φαίνεται ορθό είναι πραγματικά αληθινό, βεβαιωμένο; Το δίκαιο ποικίλει από τον έναν στον άλλον ανάλογα με την διανοητική του κατάσταση; 
Μήπως μετριέται η αξία μας από την πνευματική διεργασία που υπερβαίνει τις αισθήσεις μας; Ή η αξία μας είναι αυτή που ο καθένας πιστεύει για τον εαυτό του και την κουβαλάει μέσα του γνωρίζοντάς την, μόνον αυτός; Μπορούμε να εμπιστευθούμε αυτό που κουβαλάμε μέσα μας; Είμαστε σίγουροι ότι κατέχουμε την αλήθεια;

»Η αλήθεια, δεν θα πρέπει να είναι η αίσθηση της απόλυτης αυτοδιάθεσης, της έλλειψης κάθε είδους καλύμματος απέναντι στους άλλους, της απογύμνωσης και της καθαρότητας του εαυτού μας με την συμφωνία του αντιδραστικού εγώ μας που σαν αυταρχικός αρχηγός του είναι μας, οργανώνει τις πράξεις και δημιουργεί τις αξίες μας; Πώς όμως θα καταφέρουμε τη συντέλεση της συμφωνίας του εαυτού μας, με την εναντιότητα του εγώ μας; 
Μήπως πρέπει πρώτα να αλλάξουμε τη στάση μέσα μας; Να ασκήσουμε αυτοκριτική; Να κάνουμε στροφή εντός μας, να βάλουμε τον εαυτό μας και το εγώ μας στο εδώλιο και να αναρωτηθούμε: Ποιοι είμαστε; Τι κάνουμε; Είμαστε ευχαριστημένοι με τις πράξεις μας; Τα προβλήματά μας τα αξιολογούμε με σωφροσύνη; Ή αποφεύγουμε την ευθύνη ελαφρός πράττοντας; Ας αφήσουμε όλους τους άλλους και ας δούμε εμάς, μόνον εμάς. 

Εμείς τι κάνουμε, πού είναι οι ευθύνες μας απέναντι στη ζωή, απέναντι στους συνανθρώπους μας; Είναι σωστός ο τρόπος που ζούμε; Θέλουμε απλά να είμαστε μόνον ευφυείς ή να μπορούμε να αντιλαμβανόμαστε τα πράγματα πολύ καθαρότερα; Όπως, να λέμε λίγα λόγια και να σκεπτόμαστε πολύ. Να κατανοούμε τις πράξεις μας και κάπως έτσι, να καταφέρνουμε να μετρήσουμε τις αξίες μας με ειλικρίνεια, δηλαδή να μπορούμε να πούμε ότι έχουμε υγιή διανοητική κατάσταση και ότι ο εαυτός μας ισοδυναμεί με το εγώ μας, άρα θα ισορροπήσουμε κι αυτό είναι το ζητούμενο!

» Πόσο θα ‘θελα ν’ ακούσω τη φωνή σου, τη γνώμη σου για όλα αυτά… δεν μου μένει, παρά να ελπίζω στο χρόνο που φεύγει, που κυλάει και όλα αλλάζουν, τίποτα δε μένει στάσιμο. Κάπου εκεί, ανάμεσα σε δυο «σταθμούς», θα σκουντουφλήσουμε η μια επάνω στην άλλη, εκεί, ανάμεσα στον χρόνο που είναι τρομαχτικά απροσδιόριστος, είναι δοκιμασία, δέος για το αύριο, είναι πάλη με τη φθορά, πάλη με την καθημερινότητα, πάλη με τον Γολγοθά που ο καθένας ανεβαίνει. 
Είναι όμως και ο κυρίαρχος του ρυθμού της ζωής μας. Αν φυλακίσουμε το χρόνο μέσα μας, αν το μυαλό μας σφραγίσει την πόρτα της επικοινωνίας, τότε τα συναισθήματα και η ψυχή μας θα παγώσουν. 
Θα σταματήσει έτσι η ζωή. Υπάρχει τίποτα πιο οδυνηρό, πιο αρνητικό; Η ζωή σταματάει να τρέχει. Ο χρόνος δεν υπάρχει. Δεν μας ενδιαφέρει τίποτα και κανένας. Αλλά, πώς νιώθουμε εμείς που επιλέξαμε το σταμάτημα του χρόνου; Όπως ένα άδειο κουτί; Ή ζούμε μια ξεχωριστή, δική μας ζωή, επισκέπτες σ’ έναν κόσμο που εμείς μόνον γνωρίζουμε; Έναν κόσμο, ίσως, όχι τόσο αρνητικό όπως οι άλλοι φαντάζονται, αλλά ιδανικό για μας τους ίδιους.

» Είναι ανάγκη να νιώσουμε τη δύναμη της μετακίνησης του χρόνου; Τη δύναμη της ζωής που μας προσπερνάει; Κάθε κουκίδα χρόνου, είναι όπως το τρέξιμο του ανέμου χωρίς πισωγύρισμα, αφήνοντας πότε ευχάριστη, πότε δυσάρεστη, πότε οδυνηρή, πότε τρυφερή αναθύμηση, μέσα στο μεδούλι μας, Αλλά πόσα μπορεί να χωρέσει αυτό το μυαλό, πόσο χρόνο, πόσα σημάδια;

» Όσο πιο πολύ ζεις τόσα πιο πολλά σημάδια έχεις εσωτερικά και εξωτερικά. Όπως στη βροχή. Όσο πιο πολύ βρέχει τόσο πιο πολύ μουσκεύεσαι. Είναι λοιπόν ο χρόνος μια βροχή; Όπως οι στάλες έτσι θα είναι οι στιγμές; Έχεις παρακολουθήσει μια στάλα; Κάνει κάποιο διάστημα να πέσει και μόλις αγγίξει τη γη διαλύεται, διασκορπίζεται, έτσι και η στιγμή, μόλις μας αγγίξει εξανεμίζεται και την διαδέχεται η επόμενη για να εξαφανιστεί και κείνη, αφήνοντας θέση στην άλλη που ακολουθεί. 
Άρα, λοιπόν, στρατιές από στιγμές πρέπει να είναι ο χρόνος, που τις νιώθουμε βλέποντας τα γυμνά κλαδιά να γίνονται πράσινα, το μπουμπούκι σήμερα, να γίνεται λουλούδι αύριο, και μετά ω! του θαύματος, τα λουλούδια να γίνονται καρποί, το αυγό πουλάκι, η βροχή λιακάδα, οι στάλες ουράνιο τόξο. 
Στρατιές, λοιπόν, που μας συνακολουθούν, μας περιτριγυρίζουν, μεταμορφώνονται σε ρυτίδες, γίνονται άσπρα μαλλιά, δυστυχία και άλλοτε χαρά, γίνονται ωριμότητα, καταστάλαγμα, μεστωμένη σκέψη, άφεση, συχώρεση, αγάπη, γίνονται λογική!


» Ποιος μπορεί να πει με σιγουριά, πιο είναι λογικό και πιο όχι; Ο καθένας πιστεύει ότι είναι συνετός.

» Εγώ, θα συνεχίσω να σε ψάχνω. Αν μοιραστούμε τα σημάδια μας, τις στρατιές απ’ τις στιγμές μας, ίσως γεννηθεί το ιερότερο συναίσθημα που είναι η καθαρή φιλία και καλύψει μέρος των ψυχικών αναγκών μας. Αν ενώσουμε τα αρνητικά μας, ίσως προκύψει κάτι θετικό, αν ενώσουμε τα ερωτήματά μας, ίσως προκύψει μια τουλάχιστον καθαρή απάντηση, αν καταφέρουμε να ξεσκεπάσουμε τους εαυτούς μας η μια μπροστά στην άλλη με φιλαλήθεια και ευθύτητα, τότε θα υπάρχει ελπίδα. 
Αλλά πως θα ξέρουμε αν είμαστε ειλικρινείς η μια στην άλλη; Ότι δεν αποσιωπούμε όσα δεν μας συμφέρουν; Με την διαίσθηση; Και τι είναι η διαίσθηση; Πόσο πειστική είναι; Έχουμε όλοι απ’ αυτό, ή είναι προνόμιο μερικών; Είναι αντίληψη εξ αποστάσεως ή είναι πλάνη των αισθήσεων, μια αυταπάτη; Είναι ανεπτυγμένη νοημοσύνη όπως λέμε έκτη αίσθηση, δηλαδή γνώση με τις αισθήσεις ή υποσυνείδητη αντίληψη;

» Και γιατί πρέπει κάτι να μη μας συμφέρει; Γιατί πρέπει σε κάθε σχέση να ψάχνουμε το όφελος που δυστυχώς υπάρχει φυτεμένο μέσα μας και στραγγαλίζει κάθε απόπειρα κατανόησης και επικοινωνίας;

» Το όφελος δεν θα έπρεπε να είναι αμοιβαίο; Οπότε, δεν θα ήταν ανάγκη να το σκεφτόμαστε και οι σχέσεις θα λαμποκοπούσαν, θα υπήρχε μια ισοβαθμία. Θα έπρεπε όλοι να πασχίζουμε, ώστε το συμφέρον να είναι σωστά κατανεμημένο προς τον καθένα μας. Όλοι έχουμε αυτό το δικαίωμα. Έτσι η λέξη, συμφέρον που έχει καταντήσει να ακούγεται εχθρική, θα μεταμορφωνόταν αυτόματα σε εύνοια, οπότε θα έλειπαν ο εγωισμός, η υποψία και η δυσοσμία!

» Όμως, η κατανόηση του άλλου και η επικοινωνία, κερδίζονται μόνο με τον διάλογο.

» Η πραγματικότητα μεταξύ των ανθρώπων, η καθημερινότητα, θα έπρεπε να είναι απλή ώστε να γίνονται ή να μη γίνονται κάποια πράγματα, αλλά βλέπουμε αυτό να μην συμβαίνει. Γιατί ο νους είναι γεμάτος ψεύτικες δράσεις, γεμάτος εγώ και υστεροβουλία. Γι’ αυτό και δεν υπάρχει αληθινή επικοινωνία, ούτε διάλογος. Χρειάζεται να αφήσουμε τις εγωιστικές μας μικρότητες, τα κόμπλεξ και τις εμμονές που είμαστε τσουβαλιασμένοι, ώστε να απεγκλωβιστούμε και να κατανοήσουμε τον άλλον, να μπορούμε ελεύθερα να ανταλλάξουμε γνώμες και σκέψεις, γιατί ο άλλος, δεν είναι ούτε φίλος, ούτε εχθρός, απλά είναι! Και φυσικά δεν μπορούμε να πάψουμε να είμαστε εγωιστές, να σβήσουμε τις εμμονές μας από την μια στιγμή στην άλλη, γιατί αυτό γίνεται σιγά αποκτώντας επικοινωνιακές εμπειρίες με το διάλογο.

Όταν το λάθος το κάνουμε επανειλημμένως ξανά και ξανά, θα πρέπει να μας διδάσκει, θα πρέπει να ξυπνάει την αυτοκριτική μας, να μας αφυπνίζει, να μας μπάζει στην αυτογνωσία που λίγοι καταφέρνουν να την αποκτήσουν, την αγνοούν ηθελημένα, γιατί τους λείπει η ταπεινότητα, ή αλλιώς, έχουν σοβαρό ψυχολογικό πρόβλημα!


» Το ξέρω ότι είσαι κάπου εκεί έξω. Δεν ξέρω αν με ψάχνεις κι εσύ. Ίσως σε άγγιξα στο λεωφορείο. Ήσουν εσύ που ψώνιζες δίπλα μου στο σούπερ μάρκετ; Καθόσουν πίσω μου στη στάση; Μπροστά μου στο σινεμά; Στο διπλανό κρεβάτι του νοσοκομείου; Έτρεχες δίπλα μου στη βροχή; Ή ήσουν εσύ στο απέναντι παγκάκι;

» Αισθάνομαι μοναξιά χωρίς εσένα. Νιώθω την ανάγκη να σ’ έχω. Θέλω τόσα πολλά να σου πω, αλλά και τόσα πολλά ν’ ακούσω από σένα.

» Ξέρεις τι σκεφτόμουν μόλις χθες; Θέλω να σε ονομάσω. Να σε βαπτίσω. Νομίζω ότι το βρήκα. Τι θα έλεγες να σε ονομάσω … Διαλεχτή. Μου αρέσει αυτό το όνομα. Λοιπόν βαπτίζεσαι Διαλεχτή. Αμήν. Τώρα νιώθω πιο κοντά σου, ένα βήμα προς το μέρος σου.

» Λοιπόν Διαλεχτή μου, θα νομίζεις ότι έχω υπαρξιακό πρόβλημα, όμως, δεν έχω ή μάλλον έχω και μάλιστα πολύ μεγάλο. Αναρωτιέμαι γιατί γεννιόμαστε, γιατί πεθαίνουμε; Και στο ενδιάμεσο γιατί κάνουμε τους ακροβάτες; Ακροβατούμε, αυτό κάνουμε. Μας συνεπαίρνει ο ίλιγγος. 
Τι είναι άραγε ο ίλιγγος; Κάτι σαν το μεθύσι που τα βλέπεις όλα υπέροχα, αισθάνεσαι ζαλισμένος, αλλά χαρούμενος; Μάλλον αυτό θα είναι. Γιατί μεθάμε συνεχώς από διάφορους έρωτες. Παθιαζόμαστε, και δεν βλέπουμε μπροστά μας, δεν αντιλαμβανόμαστε αν πράττουμε σωστά ή λάθος. Αλλά αυτό δεν έχει μια μαγεία; Σκέψου για ότι κάνουμε να έπρεπε πρώτα να το σκεφτούμε. Το βρήκα, πιστεύω ότι ίλιγγος, είναι ο αυθορμητισμός μας, η έμπνευση, το κίνητρο, ο οίστρος που μας τραβάει σαν μαγνήτης!……………………………..

» Αυτή η λέξη με κάνει και νιώθω στενάχωρα, μου ‘ρχεται να πηδήξω προς τα πάνω. Με πιάνει μεγάλη επιθυμία να αποσπαστώ απ’ την γη. Να αισθανθώ ελεύθερη. Πως θα ήτανε άραγε αν αιθεροβατούσαμε; Αν είμαστε πουλιά; Άραγε τα πουλιά φοβούνται όταν πετούνε ψηλά; Έχεις δει σπουργίτι να πετάει; Τον βλέπεις να ανοιγοκλείνει τα φτερά κόντρα στον άνεμο, τόσο ελεύθερα, τόσο ξένοιαστα και νιώθεις να παύουν οι έγνοιές σου, νιώθεις να σου μεταδίδεται αυτόματα ένα είδος απολύτρωσης. 
Πόσο όμορφο είναι να νιώθεις απολυτρωμένος! Χωρίς σκοτούρες, άγχη, χωρίς ερωτηματικά. Να τα παίρνεις όλα όπως έρχονται, να λες έγινε και πάει, να τα βγάζεις απ’ το μυαλό σου αυτόματα κι ολοκληρωτικά. Ούτε να λυπάσαι ούτε να χαίρεσαι πολύ. Να διάγεις εν ηρεμία. Πρέπει να είναι το πιο δύσκολο πράγμα, αλλά και το ωραιότερο. Όμως, υπάρχουν οι εμμονές που δεν σ’ αφήνουν να ησυχάσεις. Είναι εγκαταστημένες μέσα στο μυαλό και την ψυχή και σε μασουλάνε. Προσπαθείς να ξεφύγεις, να ασχοληθείς με κάτι, ώστε να μην σκέπτεσαι, αλλά τίποτα, εκείνες σε βασανίζουν. 
Η καρδιά σου χτυπάει γρηγορότερα η ψυχή σου συρρικνώνεται. Ένα διαρκές σούβλισμα στο νου σου έχεις. Ένα αμετακίνητο βάρος που δεν σ’ αφήνει λεπτό να ανασάνεις. Και φουντώνουν οι εμμονές μέσα σου ακλόνητες, σε κατακλύζουν και λίγο λίγο αλλά σταθερά, σου πνίγουν την ψυχή. Είναι εκεί, και προσπαθείς να τις τραβήξεις, κι αυτές σαν βδέλλες γραπωμένες στο αίμα σου συνεχίζουν να μπήγουν τα δόντια και να σε ρουφούν, να σε κόβουν κομματάκια και να μην ξέρεις πώς να διασωθείς, πώς να τις διώξεις, πώς να ελευθερωθείς, Θεέ μου πώς να δραπετεύσεις απ’ την επιμονή του νου σου;


» Όμως, Διαλεχτή μου, μήπως η ηρεμία έρχεται όταν τελικά πεθάνουμε; Ισοδυναμεί με το θάνατο; Μα γιατί γεννιόμαστε αφού θα πεθάνουμε; Αφού θα πεθάνουμε, γιατί ενεργούμε, γιατί προσπαθούμε, μαθαίνουμε, αγωνιούμε, γιατί εξελισσόμαστε; Και τι θα πει εξελίσσομαι; Γιατί πρέπει να συμβαίνει κάτι τέτοιο αφού θα αποδημήσουμε; Είναι χαμένη ενέργεια; Είναι ψεύτικη ελπίδα, ψευδαίσθηση του κάτι κάνουμε, κάτι προσπαθούμε χωρίς πραγματικό αντίκρισμα; Ή το αντίκρισμα είναι ο πνευματικός πλούτος; Όλος όμως, αυτός ο εμπειροθησαυρός, η συσσώρευση γνώσεων που συλλέγουμε, που θα καταφύγουν; Που θα κουρνιάσουν όταν κλείσουμε τα μάτια; Μήπως όλα αυτά που κερδίζουμε ζώντας, τα κερδίζουμε όχι για μας, αλλά για τους επόμενους που ακολουθούν που εμείς φέρνουμε στη ζωή, εμείς φέρουμε την ευθύνη της εξέλιξής τους, εμείς τα ποτίζουμε, τα καλλιεργούμε και από μάς εξαρτάτε αν θα μεγαλώσουν στο σκοτάδι ή αν θα λάμψουνε στο φως; 

Σ’ αυτούς, λοιπόν, τους επόμενους από μάς θα κουρνιάσει όλη η αγάπη μας, η θέλησή μας, ο έρωτας μας για ζωή, σαν σπόρος έτοιμος να σκάσει και να δώσει και πάλι τους επόμενους καρπούς. 
Γεννιόμαστε δηλαδή, για να ανθίσουμε και να καρποφορήσουμε, δίνοντας τα φώτα μας στους επόμενους! Γιατί, όμως, είναι αναγκαίο κάτι τέτοιο; Γιατί είναι αναγκαίο, να γεννιόμαστε και να αναπαραγόμαστε; Από πού προκύπτει αυτή η ανάγκη; 
Τι εξυπηρετεί η διαιώνιση του είδους μας; Το ότι ο πλανήτης μας πρέπει να μείνει ζωντανός και ενεργός; Και γιατί αυτό; Γιατί πρέπει να μας νοιάζει η συνέχεια του πλανήτη μας; ……………………………………………………………………………Πρέπει να αισθανόμαστε ότι είμαστε οι τυχεροί του σύμπαντος; Είναι, λοιπόν, δώρο ή βάσανο η ζωή; Ή είναι απλά μια ελπίδα; Και τι είναι η ελπίδα, από πού πηγάζει; Μας σπρώχνει, αρχίζοντας τη δύσκολη πορεία μας και ξάφνου στη στροφή, με την παραμικρή αντιξοότητα, μας εγκαταλείπει και τι κάνουμε τότε; Ψάχνουμε για μια άλλη ελπίδα και πάλι. Η κινητήρια δύναμη, λοιπόν, της ζωής είναι η ελπίδα, άρα χρειάζεται να ανοίγουμε «το κουτί της Πανδώρας», ή δεν χρειάζεται; Πόσο σίγουροι είμαστε αν ο θεός Δίας είχε καλό σκοπό ή κακό; Φυλάκισε ή διαφύλαξε την ελπίδα κρύβοντάς την μέσα στο κουτί; Ήταν αγνή ή πονηρή η πράξη του; 
Και αν είναι έτσι, για ποιόν την διαφύλαξε; Όπως και να ‘χει το πράγμα, καλός ή κακός ο σκοπός του, νομίζω ότι ένα μετράει: Η τόλμη! Το άνοιγμα του κουτιού πρέπει να συμβαίνει, η ελπίδα πρέπει να ελευθερώνεται και να βρίσκει καταφύγιο μέσα στις καρδιές μας. Να μας συντροφεύει στο ταξίδι της ζωής που είναι η αναζήτηση της Ιθάκης με όποιο κόστος, με όποιες αντιξοότητες. 
Η πορεία είναι η ζωή. Η πορεία να φτάσουμε στην Ιθάκη. Και όπως ο Καβάφης μας λέει:
«τις κακουχίες αν δεν τις έχεις μέσα στην ψυχή σου, 
δεν θα τις συναντήσεις ποτέ, 
και να εύχεσαι να είναι μακρύς ο δρόμος», 

άρα, εμείς κατευθύνουμε την τύχη μας, εμείς το μυαλό μας, εμείς τη ζωή μας, την πορεία μας ο καθένας προς τη δική του Ιθάκη, ο καθένας με την δική του ελπίδα και αισιοδοξία, για το άγνωστο μέλλον. 

«Και όταν καταφέρεις να φτάσεις εκεί, 
γεμάτος πλούτη από εμπειρίες και γνώσεις, 
τότε δεν χρειάζεσαι τίποτα άλλο, 
παρά να κουρνιάσεις ευχαριστημένος 
και γεμάτος ψυχικές ηδονές». 


Άρα η ζωή πρέπει να είναι δώρο! Όλο το ταξίδι της ζωής, είναι ένας μποναμάς! Η Ιθάκη σαν σκοπός, είναι η ανάπτυξη του πνεύματός μας! Είναι το καταστάλαγμα, το στερνό αραξοβόλι, ένας απολογισμός γλυκός και ανακουφιστικός. Βέβαια το «ταξίδι» το ορίζουμε ως ένα σημείο, αλλά δεν μπορούμε να το βάλουμε και σε καλούπι, να το προγραμματίσουμε λεπτό προς λεπτό, πολλές φορές εκείνο μας ορίζει, εκείνο μας εκπλήσσει.

Είναι στο χέρι μας, λοιπόν, μετά την περιπλάνηση να αράξουμε γεμάτοι ψυχική ευφορία και να πούμε: κάναμε ότι μπορούσαμε να κάνουμε ο καθένας. Ότι έγινε έγινε, τώρα δεν μπορούμε να αλλάξουμε τίποτα, μπορούμε μόνον να χρησιμοποιήσουμε την εμπειροτεχνία μας για καλό σκοπό. Να γίνουμε άνθρωποι με όλη την σημασία της λέξης!

» Πόσο μπορούμε όμως, να το καταφέρουμε αυτό; Μπορούμε να γίνουμε ανώτατα όντα; Έχουμε όπως λένε μυαλό; Δηλαδή όπως εγώ το καταλαβαίνω, όταν λέμε ότι κάποιος έχει μυαλό, εννοούμε ότι είναι έξυπνος και δεν κάνει ανόητες πράξεις! Πως εξηγούνται όμως οι υπερβολικά απερίσκεπτες, άβουλες πράξεις του ανθρώπου τα τελευταία 50 χρόνια; πως εξηγούνται όλα εκείνα που στο όνομα της προόδου διεξάγονται απ’ άκρη σ’ άκρη και ταλαιπωρούν ανεπιστρεπτί τον μοναδικό ίσως, (με θεόσταλτο δώρο ζωής) πλανήτη μας;

Ποιοι νομίζουμε ότι είμαστε; πόσο νομίζουμε ότι θα ζήσουμε; τι νομίζουμε ότι θα πάρουμε μαζί μας όταν καταλήξουμε μια χούφτα χώμα; τι θα καταλάβουμε όταν τα καταστρέψουμε όλα, μόνο και μόνο για έναν εγωισμό; έναν εγωισμό και μια μεγαλομανία, μια άθλια σκέψη που αναμφίβολα υπάρχει πίσω καλά κρυμμένη στο μυαλό και στριγκλίζει: ΕΓΩΩΩΩΩ και κανείς άλλος! Αφού θα φύγω μια μέρα ΕΓΩ, στα κομμάτια οι άλλοι, στα κομμάτια αυτοί που θα μείνουν πίσω! ΕΓΩ να χαρώ τα πάντα , ΕΓΩ να έχω τα πάντα και με όποιο κόστος! Αν αυτό δεν είναι κακεντρέχεια, τότε τι είναι; Έχουμε καταλάβει για ποιόν αδιαφορούμε; Έχουμε καταλάβει ότι αυτοί που μένουν μετά από μας, είναι τα παιδιά μας; Είναι τα εγγόνια μας; Είναι τέλος πάντων άνθρωποι, που γεννήθηκαν ή θα γεννηθούν μετά από μας, όπως γεννηθήκαμε κάποτε κ’ εμείς, έχοντας κάθε δικαίωμα να ζήσουν τη δική τους ζωή πάνω σ’ αυτόν τον πλανήτη που γυρίζει ακούραστα στο αχανές σύμπαν.


»Διαλεχτή έχεις σκεφτεί ποτέ τον εαυτό σου καθισμένο πάνω σ’ έναν άλλο πλανήτη να ατενίζεις τη γη; Αυτή η σκέψη πολλές φορές, με προσγειώνει αφάνταστα. Τόσο πολύ που νιώθω αυτόματα μηδαμινή, ξεχνώ τις λανθασμένες ανάγκες μου, ξεχνώ ότι υπάρχει περίπτωση να μου λείπει κάτι, απλά αισθάνομαι το μεγαλείο της ύπαρξης, το πόσο τυχερή είμαι, το πόσο

» Ας είναι, λοιπόν, το ηλιοβασίλεμά μας απολαυστικό γεμάτο χρώματα που βρίσκονται συσσωρεμένα στις πτυχές της καρδιάς μας, ας προσπαθήσουμε να μεταδώσουμε αυτά τα χρώματα στους άλλους και
περισσότερο στους νέους, αισθανόμενοι ακόμα χρήσιμοι, κι ας μην κρατάμε τίποτα μόνο για τον εαυτό μας!

» Αλλά πώς θα το καταφέρουμε αυτό Διαλεχτή μου όταν είμαστε αρνητικοί απέναντι στον άλλον; Πώς θα τον αποδεχτούμε; Πώς θα αποδεχτούμε την ετερότητα του άλλου; Γιατί μόνο τότε θα αφεθούμε ελεύθεροι από μικροεγωισμούς, ζηλοτυπίες, μικροπρέπειες και θα θελήσουμε να μεταδώσουμε το φως μας. Κι αυτό είναι Αγάπη.

» Υπάρχει τίποτα σπουδαιότερο από την Αγάπη

πηγη:fractalart.gr/Αθηνά Λατινοπούλου εικαστικός







0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου