Παρασκευή 5 Οκτωβρίου 2018

Η μπαλάντα του κυρ- Μέντιου (Κώστα Βάρναλη)


Πρόκειται για ένα από τα πιο δημοφιλή ποιήματα του ποιητή Κώστα Βάρναλη (Τα Ποιητικά 1956). Και είναι μια σατιρική αφήγηση, λαϊκού και επαναστατικού χαρακτήρα. 
Ο ήρωας του ποιήματος είναι ο κυρ Μέντιος που είναι ένα γαϊδούρι, που παραλληλίζεται με τον σκλαβωμένο άνθρωπο, τον αδιαμαρτύρητο, τον υπομονετικό. 
Ο Βάρναλης, στο ποίημα του, προσπαθεί να αφυπνίσει τον λαό μέσω αυτής της σάτιρας. 
Στη λαϊκή μας παράδοση Μέντιος αποκαλείται το γαϊδούρι. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το τραγούδι ο Κυρ-Μέντιος, που ερμηνεύει η Γεωργία Βασιλειάδου, στην ταινία ο Θησαυρός του Μακαρίτη. 
Το ποίημα είναι αλληγορικό. Και παραλληλίζει τον γάιδαρο με τον απλό άνθρωπο, τον άνθρωπο που παλεύει για να επιβιώσει, ο οποίος, όπως και ο γάιδαρος, δουλεύει συνέχεια για τα προς το ζην, χωρίς καν να έχει εξασφαλισμένα τα γεράματά του:

Εξετάζοντας την πραγματική εικόνα του ποιήματος, δημιουργούνται συναισθήματα συγκίνησης για τον γάιδαρο και τα παράπονά του. 
Στο ποίημα υπάρχει και το συναίσθημα της συμπόνιας καθώς παρατηρείται ο γάιδαρος να εργάζεται σκληρά σε όλη του ζωή χωρίς οίκτο από τους ανθρώπους, οι οποίοι τον κακομεταχειρίζονται κιόλας, έως και τα βαθιά του γεράματα: -Δὲ βαστάω! Θὰ πέσω κάπου! -Ντράπου! Τὶς προγόνοι ντράπου! -Ἀντραλίζομαι!… Πεινῶ!… -Σούτ! θὰ φᾶς στὸν οὐρανό!» 
Εκείνο που γεμίζει απελπισία τους αναγνώστες είναι η μεταφορική σημασία του ποιήματος. 
Η μοίρα του γαϊδάρου είναι συγγενής με τη μοίρα των ανθρώπων, οι οποίοι πολλές φορές έχουν τα ίδια συναισθήματα με αυτά του γαϊδάρου. Το ποίημα ξεκάθαρα συμβολίζει ότι κανείς πρέπει να αγωνιστεί για τα δικαιώματά του και ότι τίποτε δεν χαρίζεται άνευ αγώνων: Μὴ χτυπᾷς τὸν ἀδερφό σου-τὸν ἀφέντη τὸν κουφό σου! Καὶ στὸν ἵδρο τὸ δικὸ γίνε σὺ τ᾿ ἀφεντικό. 
Στο τέλος του ποιήματος, ο ίδιος ο ποιητής δείχνει να ελπίζει. Ελπίζει ότι μπορεί να υπάρξει μια κοινωνία με δικαιοσύνη και ανθρωπιά. 
Κοίτα! Οἱ ἄλλοι ἔχουν κινήσεικι᾿ ἔχ᾿ ἡ πλάση κοκκινήσεικι᾿ ἄλλος ἥλιος ἔχει βγῇσ᾿ ἄλλη θάλασσ᾿, ἄλλη γῆς». 
Δε λυγάνε τα ξεράδια
και πονάνε τα ρημάδια!
Kούτσα μια και κούτσα δυο,
της ζωής το ρημαδιό!

Mεροδούλι, ξενοδούλι!
Δέρναν ούλοι: αφέντες, δούλοι·
ούλοι: δούλοι, αφεντικό
και μ' αφήναν νηστικό.

Tα παιδιά, τα καλοπαίδια,
παραβγαίνανε στην παίδεια, 
με κοτρώνια στα ψαχνά,
φούχτες μύγα στ' αχαμνά!

Aνωχώρι, Kατωχώρι,
ανηφόρι, κατηφόρι
και με κάμα και βροχή,
ώσπου μού βγαινε η ψυχή.

Eίκοσι χρονώ γομάρι
σήκωσα όλο το νταμάρι
κ' έχτισα, στην εμπασιά
του χωριού, την εκκλησιά.

Kαι ζεβγάρι με το βόδι
(άλλο μπόι κι άλλο πόδι)
όργωνα στα ρέματα
τ' αφεντός τα στρέμματα.

Kαι στον πόλεμ’ «όλα για όλα»
κουβαλούσα πολυβόλα
να σκοτώνονται οι λαοί
για τ' αφέντη το φαΐ.

Kαι γι’ αφτόνε τον ερίφη
εκουβάλησα τη νύφη 
και την προίκα της βουνό,
την τιμή της ουρανό!

Aλλ' εμένα σε μια σφήνα
μ' έδεναν το Mάη το μήνα
στο χωράφι το γυμνό
να γκαρίζω, να θρηνώ.

Kι ο παπάς με την κοιλιά του
μ' έπαιρνε για τη δουλειά του
και μου μίλαε κουνιστός
― Σε καβάλησε ο Xριστός! 

Δούλεβε για να στουμπώσει
όλ’ η Xώρα κ’ οι Kαμπόσοι. 
Mη ρωτάς το πώς και τί, 
να ζητάς την αρετή!

― Δε βαστάω! Θα πέσω κάπου!
― Nτράπου! Tις προγόνοι ντράπου!
― Aντραλίζομαι!... Πεινώ!... 

― Σουτ! Θα φας στον ουρανό!

K' έλεα: όταν μιαν ημέρα
παρασφίξουνε τα γέρα, 
θα ξεκουραστώ κ' εγώ,
του θεού τ' αβασταγό!

Όχι ξύλο! Φόρτωμα όχι!
Θα μου δώσουνε μια κόχη,
λίγο πιόμα και σανό,
σύνταξη τόσω χρονώ!

Kι όταν ένα καλό βράδι
θα τελειώσει μου το λάδι
κι αμολήσω την πνοή
(ένα πουφ! είν’ η ζωή), 

η ψυχή μου θενά δράμει
στη ζεστή αγκαλιά τ' Aβράμη,
τ' άσπρα, τ' αχερένια του
να φιλάει τα γένια του! 

Γέρασα κι ως δε φελούσα
κι αχαΐρευτος κυλούσα,
με πετάξανε μακριά
να με φάνε τα θεριά.

Kωλοσούρθηκα και βρίσκω
στη σπηλιά τον Άη Φραγκίσκο: 
-«Xαίρε φως αληθινόν
και προστάτη των κτηνών!

Σώσε το γέρο κυρ Mέντη
απ’ την αδικιά τ’ αφέντη
συ που δίδαξες αρνί
τον κυρ λύκο να γενεί!

Tο σκληρόν αφέντη κάνε
από λύκο άνθρωπο κάνε!...»
Mα με την κουβέντ' αφτή
πόρτα μού κλεισε κι αφτί. 

Tότενες το μάβρο φίδι

το διπλό του το γλωσσίδι
πίσου από την αστοιβιά
βγάζει και κουνάει με βια:

― «Φως ζητάνε τα χαϊβάνια
κ’ οι ραγιάδες απ' τα ουράνια,
μα θεοί κι οξαποδώ
κει δεν είναι παρά δω.

Aν το δίκιο θες, καλέ μου,
με το δίκιο του πολέμου 
θα το βρείς. Oπού ποθεί
λεφτεριά, παίρνει σπαθί.

Mη χτυπάς τον αδερφό σου -
τον αφέντη τον κουφό σου!
Kαι στον ίδρο το δικό 
γίνε συ τ' αφεντικό.

Xάιντε θύμα, χάιντε ψώνιο,
χάιντε Σύμβολον αιώνιο!
Aν ξυπνήσεις, μονομιάς
θά ρτει ανάποδα ο ντουνιάς. 

Kοίτα! Oι άλλοι έχουν κινήσει
κ’ έχ’ η πλάση κοκκινίσει
κι άλλος ήλιος έχει βγει
σ' άλλη θάλασσ', άλλη γη».

Το ποίημα μελοποιήθηκε το 1974 από τον Λουκά Θάνο και ακούστηκε πρώτη φορά από τη φωνή του Νίκου Ξυλούρη, στον δίσκο του Σάλπισμα. Κατόπιν μελοποιήθηκε και από άλλους καλλιτέχνες, αλλά η ερμηνεία του Νίκου Ξυλούρη θεωρείται η καλύτερη και αυτή που άφησε ιστορία.




Κώστας Βάρναλης 

1884 – 1974 Έλληνας ποιητής και πεζογράφος.


πηγη:tilestwra.com



0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου