Δευτέρα, 22 Φεβρουαρίου 2016

Στέφανος Μαρτζώκης (1855 – 1913)

Έλληνας ποιητής, από τους τελευταίους εκπροσώπους της επτανησιακής σχολής.
Ο Στέφανος Μαρτζώκης γεννήθηκε στη Ζάκυνθο στις 22 Φεβρουαρίου 1855 και πέθανε από πνευμονία στο νοσοκομείο «Ευαγγελισμός» της Αθήνας στις 21 Φεβρουαρίου 1913, σε ηλικία 58 ετών.  Ήταν αδερφός του, επίσης, λογοτέχνη Ανδρέα Μαρτζώκη (1849 - 1923). 
Στην Αθήνα για μικρό χρονικό διάστημα συναναστράφηκε τους παλαμικούς κύκλους και στη συνέχεια δημιούργησε τον δικό του φιλολογικό κύκλο, που συγκεντρωνόταν στο γνωστό τότε καφενείο «Νέον Κέντρον» στα Χαυτεία, όπου περνούσε σχεδόν όλη την ημέρα. Ανάμεσα στους θαυμαστές του, οι νεαροί τότε ποιητές Άγγελος Σικελιανός, Σωτήρης Σκίπης και Κώστας Βάρναλης.

Η ποίηση του Στέφανου Μαρτζώκη τοποθετείται στα όρια ανάμεσα στην Επτανησιακή Σχολή και το ρομαντισμό της Α’ Αθηναϊκής Σχολής. Κυρίαρχο στοιχείο στην ποίησή του είναι ο στοχασμός και η φιλοσοφική ενατένιση της ζωής, που άλλοτε εκφράζεται με την απελπισμένη φωνή ενός Λεοπάρντι και άλλοτε με την οργισμένη κραυγή ενός Καρντούτσι, δύο ιταλών ποιητών που τον επηρέασαν βαθύτατα. Επιρροές δέχτηκε ακόμα από την ποίηση του Διονυσίου Σολωμού, του Ανδρέα Κάλβου και του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη. Τα «Άπαντά» του εκδόθηκαν το 1925 από τον γιο του Καίσαρα Μαρτζώκη και με πρόλογο του Μαρίνου Σιγούρου.


Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε επίσημα το 1885, με την έκδοση της ιταλόφωνης ποιητικής συλλογής «Poesie», ενώ η πρώτη ελληνόφωνη συλλογή του κυκλοφόρησε το 1889 με τον τίτλο «Ballades». Σταθμός στην ποιητική του δημιουργία ήταν η συλλογή «Sonnets», που κυκλοφόρησε στο Παρίσι το 1899,
Το 1906 κυκλοφόρησε η σημαντικότερη κατά την κριτική ποιητική συλλογή του, με τίτλο «Βάρβαροι Στίχοι και Νέα Ποιήματα». Το 1911 δημοσίευσε μια εκτενή μελέτη για το έργο του Σολωμού στο περιοδικό Grecia του Παρισιού.  Για το σύνολο του έργου του τιμήθηκε το 1910 με το παράσημο του Αργυρού Σταυρού των Ιπποτών.


Αρχαίο Ειδύλλιο


Ψιλό, ψιλό πέφτει το χιόνι όλόγυρα,
το χόρτο αργά σκεπάζοντας·
τα χιονισμένα δέντρα, ω Άννα, μοιάζουνε
με αμυγδαλιές που ανθίζουνε.

Το μονοπάτι τώρα πλιά δε φαίνεται
που μ’ οδηγούσε σπίτι σου·
τίποτε πλιά δε βλέπω, μα το βήμα μου
σ’ εσέ το φέρνει ο έρωτας.

Τίποτε πλιά δε βλέπω, κι αν τη στέγη σου
μεμιάς το χιόνι εσκέπασε,
επάνω κει γυρίζουν φτερουγίζοντας
δυο περιστέρια ολόλευκα.

Στην παγερή γαλήνη, την κατάλευκη,
ασπροντυμένη πρόβαλε,
ώ "Αννα μου γλυκειά, να ιδείς τον ήλιο,
που βγαίνει απ’ άσπρα σύγνεφα.

Κ’ εγώ στην τόση γύρω μας λευκότητα,
κύκνος κ’ εγώ κατάλευκος, 
τρέχω να ψάλλω μέσα στην αγκάλη σου 
το πλιό λευκό τραγούδι μου.


Πηγή:sansimera.gr























0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου