Σάββατο 5 Νοεμβρίου 2016

Πομακοχώρια Ροδόπης μια ζωντανή παράδοση




Η κληρονομιά της ορεινής υπαίθρου ζωντανή στα Πομακοχώρια της Ροδόπης. Στα χέρια των ανθρώπων της γης η φιλοξενία και ο λαϊκός πολιτισμός δεν εγκαταλείπονται, αποτελούν τη συνέχεια μιας αρχέγονης ιστορίας.

Ο Αμέτ, ο Χαλίλ, η Χατιτζέ, ο Μεχμέτ. Ο Αμέτ Αγάς, ο Μπεκίρ Αγάς, ο Αχμέτ και η Εσμέ. Οι Πομάκοι της Βυρσίνης, του Ανω και Κάτω Καρδάμου, της Κύμης, της Χλόης, του Κέχρου. Η φυλή με τα καταγάλανα μάτια, τα ευγενικά πρόσωπα, τους φερετζέδες, τα χαμόγελα.

Οι αυτόχθονες της Θράκης που ήταν πάντα εκεί, στις εσχατιές της Ροδόπης, στα σύνορα, παρέα με τους Βούλγαρους, τους Ελληνες, τους Τούρκους.

Οι Πομάκοι της Ροδόπης, οι πολύγλωσσοι, οι μουσουλμάνοι, που δεν έφυγαν ποτέ απ’ τα χωριά τους, που σε φιλεύουν απ’ το υστέρημά τους, σε δέχονται στο σπίτι τους· εσένα, έναν ξένο.


Δεν σε χωρίζει η θρησκεία. Ούτε τόσο η απόσταση. Είναι ο τρόπος ζωής, ο λαϊκός πολιτισμός, ο λαογραφικός πλούτος. Είναι που βιώνουν μία εντελώς διαφορετική πραγματικότητα, που ακόμα παλεύουν με τα στοιχεία της φύσης, με τη διπλωματία.

Οι «φύλακες» της Ροδόπης ζουν σε ένα καταπράσινο καμβά με λόφους, ποτάμια και τρεχούμενα νερά, με πέτρινα σπίτια και στέγες από σχιστόλιθο. Φτωχικά, αλλά όπως στα παραμύθια. Οι μύλοι τους δουλεύουν με νερό, ο καθένας ζυμώνει το ψωμί του, έχει τα καλαμπόκια του, τον μπαξέ του, τα ζώα του. Και όπως συμβαίνει πάντα, το παραμύθι έχει δύο όψεις.

Η Κύμη, για σένα το πιο όμορφο χωριό, απ’ τους υπόλοιπους θεωρείται καταδικασμένη. Η ακουμπισμένη στη μεθοριακή γραμμή Κύμη με τις 400 οικογένειες, εκεί όπου ακούς αστεία του τύπου: «Οι κότες, αν δεις, περνάνε», ή «αυτές οι αγελάδες βόσκουν στη Βουλγαρία». Η πανέμορφη Κύμη· χτισμένη στις απολήξεις μιας κοιλάδας, με τις λιθόχτιστες καμινάδες και τις εντυπωσιακές θυμωνιές (κοπέν στα πομάκικα) - τον πρωτόγονο τρόπο συσσώρευσης των ζωοτροφών.

Όταν τα χωριά της Ελλάδας ερημώνουν, στο πιο κοντινό στα σύνορα οικισμό το δημοτικό μετράει 32 παιδιά. Το καφενείο είναι γεμάτο, οι γυναίκες δεν κρύβονται, ανοίγουν τις πόρτες, ξεμυτίζουν στη βροχή. Και δουλεύουν τη γη με το χέρι. Σπέρνουν με το χέρι, θερίζουν με το χέρι, κουβαλούν ξύλα με το γαϊδούρι, πού λόγος για μηχανήματα! Είναι σαν να ‘χεις μπει σε ένα τούνελ στον χρόνο.
Τα εργαλεία που έβλεπες στα μουσεία, εδώ είναι ακουμπισμένα στους τοίχους, φθαρμένα απ’ τη χρήση, ετοιμοπόλεμα! Το αποδεικνύει και ο 80χρονος Μπεκίρ Αγάς, που φτιάχνει παραγγελία ένα σαμάρι από ξύλο καρυδιάς. Είναι σαμαρτζής αυτοδίδακτος, μα δεν σου κάνει εντύπωση. Οταν χάλαγαν, κάποιος έπρεπε να τα φτιάχνει.


Δεν χρειάζεται, βέβαια, επεξήγηση πως εδώ φτάνεις μέσω χωματόδρομου, πως αν φουσκώσει το ποτάμι μένουν αποκλεισμένοι για ένας Θεός ξέρει πόσο. Πως το ρεύμα ήρθε το ’95, πως οι μαθητές του δημοτικού θα πρέπει να πάνε γυμνάσιο στην Οργάνη και λύκειο (αν πάνε) στην Κομοτηνή. Πως υπάρχει οδηγός λεωφορείου-σχολικού, ο Αμέτ Αρναούτ, -ο οδηγός σου- που τελεί καθημερινά παντός καιρού δρομολόγια στα πιο απομακρυσμένα ορεινά χωριά.
Οσα βλέπεις στην Κύμη ισχύουν και στα υπόλοιπα. Οι κακουχίες, οι δυσκολίες, τα σχολεία, το τζαμί, ο ένας (και πάντα γεμάτος) καφενές. Τα 10 στρέμματα γης που πάνω – κάτω έχει κάθε οικογένεια, τα καπνά που βάζουν όλοι για να ζήσουν, το γεγονός πως όλοι ζουν από αυτά που βγάζουν, μόνοι τους, απ’ τη γη.

Στον Ανω Κάρδαμο η Χατιτζέ και ο Μεχμέτ σε κερνάνε καφέ στο σπιτικό τους. Ο Χαλίλ, ο γείτονας, επικεντρώνεται στα κακά της μοίρας τους: τον καιρό, την αρρώστια και το χρήμα – όχι απαραίτητα μ’ αυτήν τη σειρά. Στον κάτω μαχαλά (τον Κάτω Κάρδαμο) ο Αχμέτ, ο παλιός καφετζής, είναι λαμπρό παράδειγμα όπως οι χρόνιες συνήθειες δεν κόβονται. Ανενεργό μεν, μα ανοιχτό για τους φίλους το καφενείο.
Ο Αμέτ Αγάς, ως παλιός μυλωνάς, σου δείχνει τον καλύτερο νερόμυλο της περιοχής. Μην πάει ο νους σου σε κανέναν καινούργιο. Εννοεί τον πιο αξιόπιστο. «Μύλους έχει και αλλού, νερά δεν έχουν. Εδώ το νερό είναι μπόλικο τον χειμώνα», σου λέει και λύνει το μυστήριο. Και μετά σε πάει στο τσαρδί του, με τα κρεμασμένα καλαμπόκια ως πολύχρωμο ντεκόρ έτοιμα να ξεραθούν, να γίνουν αλεύρι στον μύλο.

Σου τάζει πίτες, σου δίνει καρύδια, αβγά, θέλει να σε κεράσει και ψάρια ποταμίσια, μην τυχόν και φύγεις νηστικός. Κι άμα σε δει να συνοφρυώνεσαι -γιατί θες, αλλά δεν μπορείς να κάτσεις ως το βράδυ- σου λέει: «Εχω και ούζο, μη στενοχωριέσαι».


Ανθρωποι απλοί, ευγενικοί, γερά δεμένοι με τη γη, που ξέρουν – δεν ξέρουν ελληνικά, αλλά τη φιλοξενία τους στη χαρίζουν απλόχερα. Που τους βρίσκεις μπλεγμένους με τους Τουρκογενείς μουσουλμάνους, αλλά ζουν ξέχωρα. Που είναι 300 μ. ή 1 και 2 χιλιόμετρα απ’ τα σύνορα, που πιο συχνά βλέπουν τη βουλγαρική περίπολο παρά την ελληνική, που στήνουν πανηγύρια στα ξέφωτα - όλη η Ροδόπη και ο Εβρος έχουν πάει στα «Χίλια»!

Που γιορτάζουν το Σεκέρ Μπαϊράμ με γλυκά τους, το Κουρμπάν Μπαϊράμ με κρέατά τους, που τα κόβουν όλα, μαχαίρι στο Ραμαζάνι. Που βγάζουν τα παπούτσια τους στην πόρτα και τώρα, από σεβασμό, το κάνεις και ‘συ. Είσαι περίεργος να δεις τη λιτότητα, τις αυτοσχέδιες σόμπες, την τηλεόραση να πιάνει Κύπρο, Τουρκία και Βουλή των Ελλήνων. Μα τι περίεργος συνδυασμός!

Ώσπου ξαναπαίρνεις τους δρόμους. Αν ψάχνεις για την πιο γραφική διαδρομή, πηγαίνεις απ’ τη Γρατινή, διασχίζεις την κοιλάδα για Δρύμη και Οργάνη. Από κει ανεβαίνεις στα σύνορα και συνεχίζεις για Μυρτίσκη όπου το χρώμα αλλάζει. Όλα γίνονται περισσότερο... γήινα, μες στο χώμα, στη σκόνη και στα γυμνά βουνά.

Απ’ τον Κέχρο ως τη Χλόη το αγνάντι τελειώνει σε ανεμογεννήτριες. Αέρηδες και σύννεφα μαζεύονται πάνω απ’ τη Ροδόπη. Και απ’ τη δύναμη του αέρα, τώρα, βγάζεις τα παπούτσια σου στον Κέχρο, υποκλίνεσαι στη δύναμη της πίστης σε ένα από τα πιο φροντισμένα τζαμιά. Κι αν θες συνεχίζεις στα καλντερίμια της Χλόης, διαβάζεις με μπογιά ζωγραφισμένο τον νικητή του τούρκικου πρωταθλήματος (φέτος στα βράχια η σημαία της Γαλατάσαραϊ!).

Στη Δρανιά κάθεσαι κατάχαμα με τον Αχμέτ, πλάι σε έμπειρα χέρια που βελονιάζουν με ταχύτητα Ή ανεβαίνεις ως τα Πατερμά και τον Μύτικα, ψάχνεις για πέτρινα γεφύρια. Κι όλο νομίζεις πως χάνεσαι στους χωματόδρομους μα κάποιος βρίσκεται για να σε βοηθήσει. Γιατί έτσι κάνουν, αλληλοβοηθούνται.

Είναι μέρος της φιλοσοφίας τους. Που βρίσκεις πως εμπεριέχεται σε μια κουβέντα: «Τίποτα από ‘δω και πάνω δεν έχει. Είναι το τέρμα. Αν έρθει κανείς εδώ πάνω μας βλέπει, αν δεν έρθει δεν μας βλέπει». Για τους Πομάκους τα πράγματα είναι απλά


πηγη:thetravelbook.gr/Κείμενο: Ηλέκτρα Φατούρου/Φωτογραφίες: Φίλιππος Κατσιγιάννης







0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου