Τετάρτη, 24 Φεβρουαρίου 2016

Αλήθειες και μύθοι για το μιούζικαλ «Μελωδία της ευτυχίας»

2


Η «Μελωδία της ευτυχίας»,το μιούζικαλ που μας γέμισε αισιοδοξία, στην ουσία γεννήθηκε μέσα από τη δραματική ιστορία επιβίωσης μιας οικογένειας που μετανάστευσε από το Σάλζμπουργκ στην Αμερική. Οι περιπέτειες της οικογένειας Φον Τραπ δεν είναι ακριβώς όπως τις αγαπήσαμε μέσα από τη χαρωπή γκουβερνάντα, την Τζούλι Αντριους, και τον απρόσιτο πλοίαρχο, τον Κρίστοφερ Πλάμερ. Αυτή η εκδοχή έσωσε τη Fox από τη χρεοκοπία, στην οποία οδήγησε η πολυέξοδη «Κλεοπάτρα» της Ελίζαμπεθ Τέιλορ. Ομως, η αλήθεια για τους πραγματικούς της ήρωες είναι διαφορετική.

Η γλυκιά Μαρία που άφησε το μοναστήρι για να βοηθήσει στη διαπαιδαγώγηση των ατίθασων ορφανών της οικογένειας Τραπ, δεν παντρεύτηκε τον πλοίαρχο επειδή ερωτεύθηκε τον ίδιο αλλά την οικογένειά του. Ηταν νέα, δυναμική, δραστήρια, «ολίγον κυκλοθυμική». Οσο για τον πλοίαρχο Τραπ, δεν είχε καμία σχέση με τον αυταρχικό χήρο που πρόσταζε τα επτά άτακτα παιδιά του καλώντας τα με τη σφυρίχτρα. Αντίθετα, ήταν ένας γλυκός μπαμπάς που έπαιζε τρία μουσικά όργανα και σιχαινόταν τον Χίτλερ.


Η ιστορία της «Μελωδίας της ευτυχίας» στηρίζεται σε πραγματικά γεγονότα και πρόσωπα. Κάποια αποδόθηκαν όπως έγιναν και πολλά πασπαλίστηκαν με τη ζάχαρη του Χόλιγουντ. Η Μαρία Αυγούστα Κούτσερα (η μετέπειτα Μαρία φον Τραπ), που γεννήθηκε λίγο πριν από τα μεσάνυχτα της 25ης Ιανουαρίου του 1905 σε ένα τρένο, έμεινε ορφανή 3 ετών και είχε δύσκολα παιδικά χρόνια. Ο πατέρας της ανέθεσε την ανατροφή της σε θετή οικογένεια, κι όταν έχασε και αυτόν στα εννιά της, την ανέλαβε ένας θείος με τον οποίο δεν είχε τις καλύτερες σχέσεις. Δραπέτευσε από το σπίτι του αφού έκλεψε λίγα χρήματα από το πορτοφόλι του. Κατάφερε όχι απλώς να ξαναγυρίσει στη Βιέννη, αλλά και να φοιτήσει σε κρατική σχολή για δασκάλες.


Η αγάπη για την εκκλησιαστική μουσική ενίσχυσε το θρησκευτικό της αίσθημα. Και όταν μια μέρα πήγε εκδρομή με φίλους της για αναρρίχηση στις Αλπεις, όπως περιγράφει στην αυτοβιογραφία της («Τhe story of the Trapp family singers»), στάθηκε στην άκρη ενός βράχου, άνοιξε τα χέρια της και φώναξε δυνατά: «Σ’ ευχαριστώ, Θεέ, για τα θαύματα της δημιουργίας σου. Πώς θα μπορέσω να σ’ το ανταποδώσω;». Κάπως έτσι βρήκε τον δρόμο για το μοναστήρι του Σάλτσμπουργκ (Nonnberg Abbey). Ομως εκεί η διορατική ηγουμένη διέκρινε ότι η χαμογελαστή Μαρία δεν ταίριαζε στους μοναστηριακούς κανόνες. Και όταν ο χήρος πλοίαρχος Φον Τραπ ζήτησε βοήθεια για τη μικρή άρρωστη κόρη του, την έπεισε να αναλάβει την κατ’ οίκον διδασκαλία της.
Ο πλοίαρχος, πρώην χειριστής υποβρυχίων, ήταν αριστοκράτης στην καταγωγή και ήρωας του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Εχασε την πρώτη του γυναίκα και το 1925 μετακόμισε με τα παιδιά του στη γνωστή έπαυλη που θυμόμαστε από την ταινία. Τη Μαρία ερωτεύθηκε εξαρχής, αλλά εκείνη δίσταζε. Οχι μόνο γιατί ήταν 25 χρόνια μικρότερή του, αλλά και επειδή είχε αποφασίσει να αφιερωθεί στον Θεό. «Συμπαθούσα τον πλοίαρχο, αλλά δεν ήμουν ερωτευμένη μαζί του. Αγαπούσα πολύ τα παιδιά και αυτά είναι που αληθινά παντρεύτηκα εκείνη την ημέρα. Μετά έμαθα να τον αγαπώ όπως δεν αγάπησα κανέναν», έγραψε στην αυτοβιογραφία της.

Η οικονομική κρίση του ’30 αναστάτωσε τη ζωή τους. Τους έσωσε η μουσική και η πρώτη σοπράνο της Βιέννης (μούσα του Ρίχαρντ Στράους), η Λότε Λέμαν, σαν τους άκουσε το 1936 να τραγουδούν. Γρήγορα καθιερώθηκαν υπό τον τίτλο Trap Chamber Choir και ο ήρωας πολέμου μεταμορφώθηκε σε τουρ μάνατζερ της οικογένειας. Ωστόσο η Μαρία παρέμενε το… μυαλό.




Με την προσάρτηση της Αυστρίας στη ναζιστική Γερμανία η ζωή τους δυσκόλεψε. Τμήμα του αυστριακού λαού δέχτηκε τον Χίτλερ με ενθουσιασμό, όμως ο Φον Τραπ αρνήθηκε να κρεμάσει τη γερμανική σημαία σπίτι του, να υπηρετήσει σε γερμανικό υποβρύχιο και, επιπλέον, δεν επέτρεψε στην οικογένειά του να τραγουδήσει στα γενέθλια του Χίτλερ. Τελικώς, διέφυγαν μέσω Ιταλίας και Αγγλίας για τη Νέα Υόρκη, έχοντας 4 δολάρια μόνο στην τσέπη αλλά αστείρευτο μουσικό ταλέντο.

Εκεί ξεκίνησαν μουσική καριέρα που κράτησε αρκετά χρόνια, αφαιρώντας το «φον» από τον τίτλο τους, γιατί κουβαλούσε αναμνήσεις πολέμου. Η Μαρία ανέθεσε τη διαχείριση της μουσικής τους καριέρας στην Columbia, αφού δέχτηκε να περιορίσουν το εκκλησιαστικό ύφος και τα παραδοσιακά αυστριακά ρούχα. Εκατό κοντσέρτα τον χρόνο κατά τη διάρκεια του πολέμου δεν ήταν λίγα.

Βάση τους έγινε η περιοχή του Βερμόντ. Το 1949 ο πλοίαρχος πέθανε. Η οικογένεια ωστόσο κρατήθηκε μουσικά έως το 1955, οπότε πολλά μέλη της προσανατολίστηκαν σε άλλους δρόμους. Το music camp που ίδρυσαν λειτουργεί μέχρι σήμερα στην περιοχή. Οσο για τη Μαρία, όταν αποσύρθηκε αφοσιώθηκε στο ιεραποστολικό έργο. «Δεν ξέρω τι έχει μεγαλύτερη σημασία, ο μύθος ή η πραγματικότητα; Ισως η πραγματική μεταναστευτική ιστορία της οικογένειας να είναι πιο ουσιαστική», υπογράμμισε σε συνέντευξή του ο τελευταίος γιος της οικογένειας.




3
Η Μαρία πέθανε το 1987, στα 82 της. Αλλά, όπως μπορεί να γνωρίζουν οι φανατικοί της ταινίας, κάνει μια μικρή εμφάνιση στην ταινία. Η Μαρία και δυο από τις κόρες της περπατούν κατά μήκος μια αψίδα καθώς η Τζούλι Άντριους τραγουδά "I must stop these doubts, all these worries / If I don't, I just know I'll turn back" στο "I Have Confidence".

Στην έπαυλη των Φον Τραπ στο Σάλτσμπουργκ μετά την αποχώρησή τους εγκαταστάθηκε έως το 1945 ο Χίμλερ.  Έπειτα δοθηκε σε μοναστήρι και το 2008 πουλήθηκε και μετατράπηκε σε ξενοδοχείο με 700.000 διανυκτερεύσεις ετησίως. Η Μαρία πούλησε τα δικαιώματα του βιβλίου της σε Γερμανούς παραγωγούς (έναντι 3.240 δολαρίων) κι εκείνοι αργότερα στους Αμερικανούς της Fox. Τα δισέγγονα του Φον Τραπ (από τον γιο του, Κουρτ) το καλοκαίρι εμφανίζονταν με τους Pink Martini.

Στον κατάλογο των μεγαλύτερων εισπράξεων η «Μελωδία της ευτυχίας» κατέχει την τρίτη θέση. Το 1965 έσπασε το ρεκόρ που είχε το «Οσα παίρνει ο άνεμος» και το διατήρησε μέχρι το 1977 που το έχασε από τον «Πόλεμο των άστρων».

Οι πρώτες κριτικές χαρακτήριζαν την ταινία «γλυκανάλατη». Σήμερα αποτελεί τμήμα του Εθνικού Μητρώου Κινηματογράφου στις ΗΠΑ.


Βραβεύτηκε με 5 Όσκαρ, ανάμεσα στα οποία και αυτό της Καλύτερης Ταινίας κι έσπασε το ρεκόρ εισπράξεων που κατείχε από το 1939 η ταινία «Όσα παίρνει ο άνεμος». Την πρώτη θέση σε ρεκόρ εισπράξεων διατήρησε ως το 1975. Το σάουντρακ της ταινίας πούλησε περισσότερα από 11 εκατομμύρια αντίτυπα παγκοσμίως.
Έχει παιχτεί σε όλο τον κόσμο και είναι θεσμός να προβάλλεται κάθε Χριστούγεννα από το BBC
Ηταν από τις ταινίες που προβάλλονταν επί Ψυχρού Πολέμου στο πρώην ανατολικό μπλοκ.
Σύμφωνα με ταξιδιωτικές έρευνες, το 40% των τουριστών που επισκέπτεται το Σάλτσμπουργκ έχει ως κίνητρο να δει την έπαυλη όπου έγιναν τα γυρίσματα και το μοναστήρι στο οποίο εκπαιδευόταν αρχικά η Τζούλι Άντριους ως μοναχή
Σταδιακά, λόγω της δημοτικότητάς της, η «Μελωδία της ευτυχίας» έγινε ένα από τα φετίχ της ποπ κουλτούρας. Η τηλεοπτική σαπουνόπερα «Τόλμη και γοητεία» αφιέρωσε ένα ολόκληρο επεισόδιό της στους Φον Τραπ, το live comedy show «MADtv» παρώδησε το χάπι εντ της ταινίας, το «Muppet Show» κάλεσε τη Μισέλ Φάιφερ να τραγουδήσει το «My favorite things» σε έναν αγώνα με αντίπαλη τη Miss Piggy, ενώ η τιμωρία για τα γκοθ τέκνα της οικογένειας Άνταμς στην ομώνυμη ταινία είναι η υποχρεωτική παρακολούθηση της «Μελωδίας της ευτυχίας». 

Ακόμη και ο Σλοβένος φιλόσοφος Σλάβοϊ Ζίζεκ καταπιάστηκε με τη «Μελωδία»: ντυμένος ιερέας, στην ταινία «Οδηγός Ιδεολογίας για Διεστραμμένους» της Σόφι Φάινς, παρατηρεί τους φαλλικούς συνειρμούς που μπορεί να προκαλέσει το «Climb every mountain»… Η πρώτη φορά που ανέβηκε στο ελληνικό θέατρο η «Μελωδία», πάλι, ήταν στα μέσα της δεκαετίας του ’90 στο Θέατρο Αλίκη, από τον θίασο της Αλίκης Βουγιουκλάκη, με την ίδια ως Μαρία. έμελλε μάλιστα να είναι ο τελευταίος ρόλος της ζωής της. Για δεύτερη φορά ανέβηκε  στο  θέατρο Παλλάς το Δεκέμβριο του 2014.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου