Τρίτη, 14 Ιουνίου 2016

Βανίλια υποβρύχιο


Κάπως έτσι η γεύση σου έγινε η γεύση των μεσημεριών της Κυριακής και το άρωμά σου σύμβολο της αυγουστιάτικης ραστώνης...

Τα πρώτα μου μακροβούτια ήταν τα πιο γλυκά. Και τα έκανα μαζί σου. Μέσα στις διαθλάσεις του παγωμένου σου νερού είδα τις δυο παλιές μου αγάπες -εκείνες που μου πήρανε τα χρόνια κι αφήσανε στη θέση τους μια γλύκα που θυμίζει τόσο πολύ τη γλύκα σου. 


Αγάπες που περιπλανήθηκαν στα σοκάκια της Χίου και της Μυτιλήνης, μέσα σε τριανταφυλλένιους κήπους και μποστάνια του καλοκαιριού -ο παππούς να ποτίζει τα κολοκυθάκια του κι η γιαγιά να φιλεύει τον «ξένο». Κάτω απ’ την κληματαριά καφές ελληνικός και βύσσινο γλυκό σε γυάλινο πιατάκι. Για μας τίποτα, γιαγιά;



«Έλα να πας το δίσκο απάνου και θα σου κάμω εγώ δυο μπισκότα με βανίλια ανάμεσα σα σάντουιτς. Μόνο πρόσεχε το πετσετάκι, ήταν της μάνας μου. Με τα χέρια της το κέντησε!». Είχαν ειπωθεί τόσες φορές αυτά τα λόγια που τα ‘ξεραν όλοι οι μικροί απ’ έξω. Όμως το «σάντουιτς-βανίλια», πτι μπερ επάνω πτι μπερ κάτω και λίγη βανίλια-υποβρύχιο στη μέση, άξιζε και την αγγαρεία και την επανάληψη. Ένας καλός λόγος να διακόψεις το παιχνίδι σου και επιπλέον μια πολύ γλυκιά δικαιολογία για να περιεργαστείς από κοντά τον «ξένο» με το ανοιχτό πουκαμισάκι.

Κάπως έτσι η γεύση σου έγινε η γεύση των μεσημεριών της Κυριακής. Εκείνης της γλυκιάς ηρεμίας που ακολουθούσε το οικογενειακό φαγοπότι και απλωνόταν στις παλιές τις γειτονιές της Αθήνας με τα χαμηλά τα σπίτια. Και τα ανοιχτά παράθυρα. Τότε που ο «κλέφτης» ήταν ένας λευκός, ανάλφρος, μικροσκοπικός, χνούδινος «αχινός» που τον έφερνε φυσώντας από τις μισάνοιχτες γρίλιες ο άνεμος. Κάποιο φυτό σε κάποιο κήπο προσπαθούσε να βρει το ταίρι του σε λάθος κρεβατοκάμαρα.

Η ησυχία του κυριακάτικου μεσημεριού... Η πιο ιερή συμφωνία των μεγάλων. Κινδύνευε μόνο από τα παιδιά, που διαβάζαμε μίκυ και βιβλία, πασχίζοντας να κρατήσουμε τα στόματά μας κλειστά και περιμένοντας πώς και πώς να σημάνει η λήξη της «κοινής ησυχίας» για να ακουστούν και πάλι στο σπίτι γέλια και φωνές και να βγουν τα βαζάκια με τις βανίλιες στο μπαλκόνι.


Κι ύστερα ήσουν το άρωμα της αυγουστιάτικης ραστώνης. Ο ήχος του τζιτζικιού, το θρόισμα της ελιάς, το κριτς κριτς που κάνει η άμμος όταν βρεθεί στα πλακάκια του εξοχικού. Ήσουν το κυνήγι της μέλισσας που σε κυνηγούσε να σε πάρει από μένα. Ήσουν τα καλοκαίρια μου.

Κάθε φορά (όλο και σπανιότερα) που βυθίζομαι στη γεύση σου αυτά θυμάμαι. Και κάτι Αμερικανούς, φίλους φίλου μετανάστη, που ‘χαν έρθει μαζί του διακοπές στην Ελλάδα και μας επισκέφτηκαν. Τους δώσαμε βανίλια με το κουτάλι μέσα στο κρυστάλλινο νερό και δεν δοκίμαζαν. Ανακάτευαν και δε δοκίμαζαν. Πάλι και πάλι. Μέχρι που αναρωτηθήκαμε φωναχτά γιατί. Μας απάντησαν. Περίμεναν να λιώσεις...
(icookgreek.com)



Υλικά


50 γρ νερό
150 γρ γλυκόζη
220 γρ ζάχαρη
1 δάκρυ μαστίχας Χίου αρκετά μεγάλο
1 βανίλια

Σκεύη
1 μέτρια κατσαρόλα
1 ξύλινη κουτάλα για το ανακάτεμα
1 γουδί με το γουδοχέρι (για να κάνετε σκόνη τη μαστίχα)
1 αποστειρωμένο βάζο με καπάκι
Ετέλεση 

Ρίχνουμε όλα τα υλικά σε μια κατσαρόλα εκτός την βανίλια και τα βράζουμε μέχρι να καραμελώσει. 
Δοκιμάζουμε και ρίχνουμε μια σταγόνα σε κρυό νερό, δεν πρέπει να διαλύεται αλλά ούτε και να σκληραίνει πολύ και τότε είναι έτοιμη.
Μετά κατεβάζουμε από την φωτιά. 
Αφήνουμε λίγο να κρυώσει 5 λεπτά και ρίχνουμε την βανίλια και ανακατεύουμε συνεχεία μέχρι να ασπρίσει και να γίνει η βανίλια υποβρύχιο. 
Ανακατεύουμε συνέχεια αν κουραστείτε αφήστε την για λίγο και συνεχίστε αλλά μην σταματήσετε αν δεν ασπρίσει καλά.

Συμβουλές

Μην παραβράζετε τα υλικά γιατί μπορεί να σας σφίξει ή να μην πήξει 

Το δάκρυ μαστίχας πρέπει να το κάνετε σκόνη, για να μη σας κολλήσει στο γουδί, βάλτε το προηγουμένως στην κατάψυξη για λίγη ώρα και κοπανίστε το μαζί με ζάχαρη στη μύτη από το κουταλάκι του γλυκού. 

Για να αρωματίσετε το γλυκό, εκτός από μαστίχα μπορείτε να χρησιμοποιήσετε βανίλια, ξύσμα λεμονιού ή πορτοκαλιού.



0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου